foible
foi
ˈfɔɪ
φοϊ
ble
bəl
μπαλ
fablefeeble

Ορισμός και σημασία του "foible"στα αγγλικά

01

αδυναμία, ιδιοτροπία

an unusual characteristic or mannerism that is peculiar or silly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foibles
02

το αδύνατο σημείο, το αδύναμο μέρος

the weakest part of a sword's blade between the middle and the point 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store