Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to focus on
[phrase form: focus]
01
επικεντρώνομαι σε, εστιάζω σε
to direct one's attention, energy, or efforts toward a particular goal, task, or objective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
focus
ενεστώτας
focus on
γ΄ ενικό πρόσωπο
focuses on
ενεστώτα μετοχή
focusing on
απλός αόριστος
focused on
παθητική μετοχή
focused on
Παραδείγματα
She focused on completing the challenging assignment.
Συγκεντρώθηκε στην ολοκλήρωση της δύσκολης εργασίας.



























