Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to focus on
01
επικεντρώνομαι σε, εστιάζω σε
to direct one's attention, energy, or efforts toward a particular goal, task, or objective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
focus
ενεστώτας
focus on
γ΄ ενικό πρόσωπο
focuses on
ενεστώτα μετοχή
focusing on
απλός αόριστος
focused on
παθητική μετοχή
focused on
Παραδείγματα
The students were focusing on their final exams this past month.
Οι μαθητές επικεντρώθηκαν στις τελικές εξετάσεις τους τον περασμένο μήνα.



























