fodder
Pronunciation
/ˈfɑdɝ/

Ορισμός και σημασία του "fodder"στα αγγλικά

01

ζωοτροφή, τροφή για το ζωικό κεφάλαιο

coarse food (especially for livestock) composed of entire plants or the leaves and stalks of a cereal crop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

κρέας για κανόνια, θύματα θυσίας

soldiers who are regarded as expendable in the face of artillery fire
to fodder
01

ταΐζω, βοσκώ

to feed farm animals with any agricultural foodstuff that is specifically for domesticated livestock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fodder
γ΄ ενικό πρόσωπο
fodders
ενεστώτα μετοχή
foddering
απλός αόριστος
foddered
παθητική μετοχή
foddered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store