Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fodder
01
ζωοτροφή, τροφή για το ζωικό κεφάλαιο
coarse food (especially for livestock) composed of entire plants or the leaves and stalks of a cereal crop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
κρέας για κανόνια, θύματα θυσίας
soldiers who are regarded as expendable in the face of artillery fire
to fodder
01
ταΐζω, βοσκώ
to feed farm animals with any agricultural foodstuff that is specifically for domesticated livestock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fodder
γ΄ ενικό πρόσωπο
fodders
ενεστώτα μετοχή
foddering
απλός αόριστος
foddered
παθητική μετοχή
foddered



























