focal
fo
ˈfəʊ
few
cal
kəl
kēl
fecal

Ορισμός και σημασία του "focal"στα αγγλικά

01

κεντρικός, κύριος

having significant or central importance 
focal definition and meaning
επιδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The focal event of the conference was the keynote speech by the renowned expert. 

Το κύριο γεγονός της διάσκεψης ήταν η ομιλία του διακεκριμένου ειδικού.

02

εστιακός, τοπικός

(of a disease or medical condition) affecting a specific, localized area or site in the body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The focal infection was affecting the patient's right lung. 

Η εστιακή λοίμωξη επηρέαζε τον δεξιό πνεύμονα του ασθενούς.

Λεξικό Δέντρο

bifocal
focalize
focally
focal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store