Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
focal
Παραδείγματα
The focal objective of the marketing campaign was to increase brand awareness among millennials.
Ο κύριος στόχος της καμπάνιας μάρκετινγκ ήταν να αυξήσει την ευαισθητοποίηση της μάρκας στους millennials.
02
εστιακός, τοπικός
(of a disease or medical condition) affecting a specific, localized area or site in the body
Παραδείγματα
The focal symptoms of the disease were concentrated around the chest area.
Τα εστιακά συμπτώματα της ασθένειας συγκεντρώνονταν γύρω από την περιοχή του στήθους.
Λεξικό Δέντρο
bifocal
focalize
focally
focal



























