flurry
flu
ˈflʌ
fla
rry
ri
ri
furry

Ορισμός και σημασία του "flurry"στα αγγλικά

01

ριπή, χιονόπτωση

a small amount of rain, snow, etc. that moves in a quick and stormy way and lasts only for a short period of time 
flurry definition and meaning
Παραδείγματα
A sudden flurry of snow covered the ground in minutes. 

Ένας ξαφνικός καταιγισμός χιονιού κάλυψε το έδαφος σε λίγα λεπτά.

02

φούρνος, σάλος

a rapid active commotion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flurries
to flurry
01

κινείται ταραγμένα, κινείται σύγχυση

move in an agitated or confused manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flurry
γ΄ ενικό πρόσωπο
flurries
ενεστώτα μετοχή
flurrying
απλός αόριστος
flurried
παθητική μετοχή
flurried
02

έχω χρωματιστά δαχτυλίδια γύρω από το σώμα, εμφανίζω χρωματιστούς κύκλους γύρω από το σώμα

having colored rings around the body 
03

νοτροπιάζω, συγχύζω

cause to feel embarrassment 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store