Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flurry
01
ριπή, χιονόπτωση
a small amount of rain, snow, etc. that moves in a quick and stormy way and lasts only for a short period of time
Παραδείγματα
A brief flurry of snow made the roads slippery.
Μια σύντομη καταιγίδα χιονιού έκανε τους δρόμους ολισθηρούς.
02
φούρνος, σάλος
a rapid active commotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flurries
to flurry
01
κινείται ταραγμένα, κινείται σύγχυση
move in an agitated or confused manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flurry
γ΄ ενικό πρόσωπο
flurries
ενεστώτα μετοχή
flurrying
απλός αόριστος
flurried
παθητική μετοχή
flurried
02
έχω χρωματιστά δαχτυλίδια γύρω από το σώμα, εμφανίζω χρωματιστούς κύκλους γύρω από το σώμα
having colored rings around the body
03
νοτροπιάζω, συγχύζω
cause to feel embarrassment



























