Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fluctuate
01
κυμαίνομαι, μεταβάλλομαι
to vary or waver between two or more states or amounts
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fluctuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
fluctuates
ενεστώτα μετοχή
fluctuating
απλός αόριστος
fluctuated
παθητική μετοχή
fluctuated
Παραδείγματα
The economy fluctuates, affecting businesses and individuals alike.
Η οικονομία κυμαίνεται, επηρεάζοντας τις επιχειρήσεις και τα άτομα εξίσου.
02
κυμαίνομαι, ταλαντεύομαι
to move or oscillate continually
Intransitive
Παραδείγματα
The wind fluctuated, making it difficult to sail the boat.
Ο άνεμος κυμαινόταν, κάνοντας δύσκολη την πλεύση του σκάφους.
03
κυμαίνομαι, μεταβάλλομαι
to cause something to change or vary irregularly
Transitive: to fluctuate sth
Παραδείγματα
The government's policies fluctuated the economy.
Οι πολιτικές της κυβέρνησης κυμαίνονταν την οικονομία.
04
διστάζω, κυμαίνομαι
to waver or hesitate in opinion or action
Intransitive
Παραδείγματα
The jury fluctuated in their decision, unable to reach a verdict.
Η κριτική επιτροπή διακυμαινόταν στην απόφασή της, ανίκανη να καταλήξει σε ετυμηγορία.
Λεξικό Δέντρο
fluctuating
fluctuation
fluctuate



























