Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flirt
01
φλερτάρω, ερωτοτροπώ
to behave in a way that shows a person is only sexually drawn to someone, with no serious intention of starting a relationship
Intransitive: to flirt | to flirt with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flirt
γ΄ ενικό πρόσωπο
flirts
ενεστώτα μετοχή
flirting
απλός αόριστος
flirted
παθητική μετοχή
flirted
Παραδείγματα
At the party, she couldn't resist the temptation to flirt with the charming stranger.
Στο πάρτι, δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να φλερτάρει με τον γοητευτικό άγνωστο.
02
φλερτάρω, κοκετάρω
to casually engage with or explore something without serious commitment or intention
Intransitive: to flirt with an idea or activity
Παραδείγματα
He flirted with the idea of moving abroad, but never really made any plans.
Φλερτάρισε με την ιδέα της μετανάστευσης στο εξωτερικό, αλλά ποτέ δεν έκανε σχέδια.
Flirt
01
φλερτ, πείραγμα
playful behavior intended to arouse sexual interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flirts
02
φλερτάρα, σέντρα
a seductive woman who uses her sex appeal to exploit men
flirt
01
φλερταρικός, παιχνιδιάρικος
having a playful and teasing shade of pink, often with a light and airy tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flirt
συγκριτικός βαθμός
more flirt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sunset sky took on a flirt hue, casting a whimsical glow.
Ο ουρανός του ηλιοβασιλέματος πήρε μια φιλόδοξη απόχρωση, ρίχνοντας μια ιδιόμορφη λάμψη.
Λεξικό Δέντρο
flirtatious
flirting
flirt



























