Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flickering
01
τρεμοπαίζων, αναβοσβήνων
(of a flame or light) shining unsteadily or unevenly, often with quick and irregular movements of light or color
Παραδείγματα
The lantern's flickering flame added to the spooky ambiance of the haunted house.
Η τρεμοπαίζουσα φλόγα του φανού πρόσθεσε στο ανατριχιαστικό κλίμα του στοιχειωμένου σπιτιού.
Λεξικό Δέντρο
flickering
flicker
flick



























