Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flickering
01
τρεμοπαίζων, αναβοσβήνων
(of a flame or light) shining unsteadily or unevenly, often with quick and irregular movements of light or color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flickering
συγκριτικός βαθμός
more flickering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flickering streetlights created an eerie atmosphere in the abandoned alley.
Οι τρεμοπαίζοντες δρόμοι δημιούργησαν μια παράξενη ατμόσφαιρα στην εγκαταλελειμμένη σοκάκι.
Λεξικό Δέντρο
flickering
flicker
flick



























