flexor
flex
ˈflɛk
flek
or
sə
sē
plexorvexer

Ορισμός και σημασία του "flexor"στα αγγλικά

01

καμπτήρας, μυς που επιτρέπει την κάμψη ενός μέλους ή μέρους του σώματος με συστολή

(anatomy) a muscle that allows one to bend a limb or body part by contraction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flexors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flexor
flex
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store