Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flexor
01
καμπτήρας, μυς που επιτρέπει την κάμψη ενός μέλους ή μέρους του σώματος με συστολή
(anatomy) a muscle that allows one to bend a limb or body part by contraction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flexors
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flexor
flex



























