Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flicker
01
τρεμοπαίζω, αναβοσβήνω
to shine or burn with an unsteady or wavering light
Intransitive
Παραδείγματα
The candle flame flickered in the drafty room.
Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιζε στο δωμάτιο με τα ρεύματα αέρα.
02
τρεμοπαίζω, τρεμοσβήνω
to make small, rapid, and irregular movements
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flicker
γ΄ ενικό πρόσωπο
flickers
ενεστώτα μετοχή
flickering
απλός αόριστος
flickered
παθητική μετοχή
flickered
Παραδείγματα
The leaves outside the window flickered in the wind, creating a mesmerizing dance of shadows on the wall.
Τα φύλλα έξω από το παράθυρο τρεμόπαιζαν στον άνεμο, δημιουργώντας ένα μαγευτικό χορό σκιών στον τοίχο.
03
τρεμοπαίζω, αναβοσβήνω
to turn on and off or appear and disappear in circles
Intransitive
Παραδείγματα
The computer monitor flickered briefly before shutting down completely, signaling a power outage.
Η οθόνη του υπολογιστή φώτισε σύντομα πριν σβήσει εντελώς, σηματοδοτώντας μια διακοπή ρεύματος.
Flicker
01
τρεμόπαιγμα, αναβοσβήσιμο
the act of moving back and forth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flickers
02
τσικλιτάρι, οικογένεια τσικλιτάρι
North American woodpecker
03
τρεμόπαιγμα, αναλαμπή
a momentary flash of light
Λεξικό Δέντρο
flickering
flicker
flick



























