Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flicker
01
τρεμοπαίζω, αναβοσβήνω
to shine or burn with an unsteady or wavering light
Intransitive
Παραδείγματα
The campfire began to flicker as the logs shifted.
Η φωτιά της κατασκήνωσης άρχισε να τρεμοπαίζει καθώς τα κούτσουρα μετακινήθηκαν.
02
τρεμοπαίζω, τρεμοσβήνω
to make small, rapid, and irregular movements
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flicker
γ΄ ενικό πρόσωπο
flickers
ενεστώτα μετοχή
flickering
απλός αόριστος
flickered
παθητική μετοχή
flickered
Παραδείγματα
The flames from the bonfire flickered and danced, sending sparks flying into the night sky.
Οι φλόγες από τη φωτιά τρεμοπαίζαν και χόρευαν, στέλνοντας σπίθες να πετάξουν στον νυχτερινό ουρανό.
03
τρεμοπαίζω, αναβοσβήνω
to turn on and off or appear and disappear in circles
Intransitive
Παραδείγματα
The faulty streetlamp flickered, casting uneven pools of light on the dark sidewalk.
Ο ελαττωματικός φανός του δρόμου φέγγει, ρίχνοντας άνισες πισίνες φωτός στο σκοτεινό πεζοδρόμιο.
Flicker
01
τρεμόπαιγμα, αναβοσβήσιμο
the act of moving back and forth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flickers
02
τσικλιτάρι, οικογένεια τσικλιτάρι
North American woodpecker
03
τρεμόπαιγμα, αναλαμπή
a momentary flash of light
Λεξικό Δέντρο
flickering
flicker
flick



























