Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flexibly
01
ευέλικτα
in a way that can bend, adapt, or adjust easily without breaking or losing integrity
Παραδείγματα
The tree branches swayed flexibly in the wind, bending and twisting without breaking.
Τα κλαδιά του δέντρου κουνιόταν εύκαμπτα στον άνεμο, λυγίζοντας και στριφογυρίζοντας χωρίς να σπάσουν.
02
ευέλικτα, με δυνατότητα προσαρμογής
in a way that can adjust or change easily to different situations
Παραδείγματα
The teacher conducted the class flexibly, adjusting the lesson plan based on student needs.
Ο δάσκαλος διεξήγαγε το μάθημα ευέλικτα, προσαρμόζοντας το σχέδιο μαθήματος ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών.
Λεξικό Δέντρο
inflexibly
flexibly
flexible
flex



























