fledgling
fledg
ˈflɛʤ
flej
ling
lɪng
ling
fledgeling

Ορισμός και σημασία του "fledgling"στα αγγλικά

01

νεοσσός, νεαρό πτηνό

a young bird that has recently acquired its flight feathers and is learning to fly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fledglings
Παραδείγματα
The fledgling hopped nervously from branch to branch. 

Το νεοσσός πήδαγε νευρικά από κλαδί σε κλαδί.

02

αρχάριος, νέος

a beginner or newcomer to a field or activity, still inexperienced 
Παραδείγματα
The fledgling musician played his first concert with shaky confidence. 

Ο αρχάριος μουσικός έπαιξε την πρώτη του συναυλία με τρεμάμενη αυτοπεποίθηση.

01

αρχάριος, νέος

young or inexperienced, just beginning to develop or grow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fledgling
συγκριτικός βαθμός
more fledgling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fledgling writer was excited to publish her first novel. 

Ο αρχάριος συγγραφέας ήταν ενθουσιασμένος να εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημα.

Λεξικό Δέντρο

fledgling
fledgl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store