to flaunt
flaunt
flɔ:nt
flawnt
dauntjaunthauntgaunt

Ορισμός και σημασία του "flaunt"στα αγγλικά

to flaunt
01

επιδεικνύω, καμαρώνω

to display or show off something in a conspicuous or boastful manner 
Transitive: to flaunt a possession or achievement
to flaunt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
flaunts
ενεστώτα μετοχή
flaunting
απλός αόριστος
flaunted
παθητική μετοχή
flaunted
Παραδείγματα
She flaunted her new designer handbag at the party, drawing attention from everyone. 

Επιδείχθηκε τη νέα της τσάντα σχεδιαστή στο πάρτι, τραβώντας την προσοχή όλων.

01

επίδειξη, καταπίδευση

the act of displaying something ostentatiously 
flaunt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flaunts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store