Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flaunt
01
επιδεικνύω, καμαρώνω
to display or show off something in a conspicuous or boastful manner
Transitive: to flaunt a possession or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
flaunts
ενεστώτα μετοχή
flaunting
απλός αόριστος
flaunted
παθητική μετοχή
flaunted
Παραδείγματα
In high school, she used to flaunt her artistic talents by showcasing her paintings.
Στο λύκειο, συνήθιζε να επιδεικνύει τις καλλιτεχνικές της ικανότητες εκθέτοντας τους πίνακες της.
Flaunt
01
επίδειξη, καταπίδευση
the act of displaying something ostentatiously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flaunts



























