Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flaunt
01
επιδεικνύω, καμαρώνω
to display or show off something in a conspicuous or boastful manner
Transitive: to flaunt a possession or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
flaunts
ενεστώτα μετοχή
flaunting
απλός αόριστος
flaunted
παθητική μετοχή
flaunted
Παραδείγματα
She flaunted her new designer handbag at the party, drawing attention from everyone.
Επιδείχθηκε τη νέα της τσάντα σχεδιαστή στο πάρτι, τραβώντας την προσοχή όλων.
Flaunt
01
επίδειξη, καταπίδευση
the act of displaying something ostentatiously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flaunts



























