Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flatulence
01
φρασεολογία, μεγαλορρημοσύνη
pretentious or pompous speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
μετεωρισμός, φούσκωμα
an accumulation of an excessive amount of gas in the alimentary canal
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flatulency
flatulence
flatul



























