flatworm
flat
ˈflæt
φλαιτ
worm
wɜ:m
ουερμ

Ορισμός και σημασία του "flatworm"στα αγγλικά

01

πλατυέλμινθας, πλατυέλμινθας

a simple worm with a soft unsegmented body that is flat, some types of which are parasitic 
flatworm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flatworms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flatworm

flat

+

worm

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store