flavor
fla
ˈfleɪ
flei
vor
favor
flavour

Ορισμός και σημασία του "flavor"στα αγγλικά

01

γεύση, άρωμα

the specific taste that a type of food or drink has 
flavor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flavors
Παραδείγματα
He loves the tangy flavor of pickles. 

Λατρεύει την ξινή γεύση των πίκλες.

02

ατμόσφαιρα, κλίμα

the general atmosphere of a place or situation and the effect that it has on people 
03

γεύση, άρωμα

(physics) the six kinds of quarks 
to flavor
01

αρωματίζω, κατακράω

to improve or change the taste of a dish by adding spices, vegetables, etc. to it 
Transitive: to flavor food
to flavor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
flavors
ενεστώτα μετοχή
flavoring
απλός αόριστος
flavored
παθητική μετοχή
flavored
Παραδείγματα
She flavors the soup with herbs and spices for a robust taste. 

Γαρνίρει τη σούπα με βότανα και μπαχαρικά για μια πλούσια γεύση.

Λεξικό Δέντρο

flavorful
flavorless
flavorous
flavor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store