Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flavor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flavors
Παραδείγματα
The flavor of the soup was enhanced with fresh herbs.
Η γεύση της σούπας ενισχύθηκε με φρέσκα βότανα.
02
ατμόσφαιρα, κλίμα
the general atmosphere of a place or situation and the effect that it has on people
03
γεύση, άρωμα
(physics) the six kinds of quarks
to flavor
01
αρωματίζω, κατακράω
to improve or change the taste of a dish by adding spices, vegetables, etc. to it
Transitive: to flavor food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
flavors
ενεστώτα μετοχή
flavoring
απλός αόριστος
flavored
παθητική μετοχή
flavored
Παραδείγματα
She likes to flavor her tea with a slice of lemon and a sprig of mint for freshness.
Της αρέσει να αρωματίζει το τσάι της με μια φέτα λεμόνι και ένα κλαδάκι μέντας για φρεσκάδα.
Λεξικό Δέντρο
flavorful
flavorless
flavorous
flavor



























