Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flatulent
01
φυσώδης, αεριογόνος
generating excessive gas in the alimentary canal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flatulent
συγκριτικός βαθμός
more flatulent
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
flatulent
flatul



























