flatulent
Pronunciation
/ˈfɫætʃəɫənt/

Ορισμός και σημασία του "flatulent"στα αγγλικά

01

φυσώδης, αεριογόνος

generating excessive gas in the alimentary canal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flatulent
συγκριτικός βαθμός
more flatulent
διαβαθμίσιμο
02

φυσώδης, γεμάτος αέρια

(of a person) suffering from an excessive amount of gas in the alimentary canal
Παραδείγματα
The health guide provided tips for minimizing flatulent episodes.
Ο οδηγός υγείας παρείχε συμβουλές για την ελαχιστοποίηση των επεισοδίων αερισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store