Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flatten
01
ισοπεδώνω, επιπεδώνω
to reduce the thickness or height of something, making it less raised or elevated in its shape or form
Transitive: to flatten a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flatten
γ΄ ενικό πρόσωπο
flattens
ενεστώτα μετοχή
flattening
απλός αόριστος
flattened
παθητική μετοχή
flattened
Παραδείγματα
The construction crew used a steamroller to flatten the newly paved road.
Η ομάδα κατασκευής χρησιμοποίησε έναν οδοστρωτήρα για να ισοπεδώσει τον νεοασφαλτοστρωμένο δρόμο.
02
χαμηλώνω, μπεμολάρω
to adjust a musical note in pitch by lowering it by a semitone
Transitive: to flatten a musical note or chord
Παραδείγματα
The pianist had to flatten the F sharp in the melody to match the key signature of the composition.
Ο πιανίστας έπρεπε να χαμηλώσει το φα δίεση στη μελωδία για να ταιριάζει με την υπογραφή κλειδιού της σύνθεσης.
03
καταστρέφω, ντροπιάζω
to thoroughly defeat someone in an argument, a contest, etc.
Transitive: to flatten an opponent or rival
Παραδείγματα
Despite his best efforts, she flattened him in the debate with her well-researched points and persuasive arguments.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειές του, τον κατέστρεψε στη συζήτηση με τα καλά ερευνημένα σημεία και τα πειστικά επιχειρήματά της.
Λεξικό Δέντρο
flattened
flatten



























