Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flatstyle
01
επίπεδο στιλ, ελαχιστοποιητική προσέγγιση στη ζωγραφική
a minimalist approach to painting, characterized by the use of bold, flat colors and simplified forms without much shading or depth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flatstyles
Παραδείγματα
The artist's flatstyle paintings feature vivid colors and clean lines, creating bold and eye-catching compositions.
Οι flatstyle πίνακες του καλλιτέχνη διαθέτουν ζωηρά χρώματα και καθαρές γραμμές, δημιουργώντας τολμηρές και εντυπωσιακές συνθέσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flatstyle
flat
style



























