flatmate
flat
ˈflæt
flāt
mate
meɪt
meit

Ορισμός και σημασία του "flatmate"στα αγγλικά

01

συγκάτοικος, σύντροφος διαμονής

a person whom one shares a room or apartment with 
Dialectbritish flagBritish
roommateamerican flagAmerican
flatmate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flatmates
Παραδείγματα
She decided to find a flatmate to help with the rent. 

Αποφάσισε να βρει ένα συγκάτοικο για να βοηθήσει με το ενοίκιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flatmate

flat

+

mate

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store