Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flatmate
01
συγκάτοικος, σύντροφος διαμονής
a person whom one shares a room or apartment with
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flatmates
Παραδείγματα
Her flatmate has a different work schedule, so they rarely see each other.
Ο συγκάτοικός της έχει διαφορετικό ωράριο εργασίας, οπότε σπάνια βλέπονται.
Λεξικό Δέντρο
flatmate
flat
mate



























