Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flatly
01
ξηρά, χωρίς συναίσθημα
in a way that shows little emotion, interest, or enthusiasm
Παραδείγματα
He listened flatly, unmoved by the story.
Άκουγε απαθώς, ακλόνητος από την ιστορία.
02
κατηγορηματικά, αποφασιστικά
in a firm, clear, and absolute manner, often used to express refusal or denial
Παραδείγματα
We were told flatly that no exceptions would be made.
Μας είπαν κατηγορηματικά ότι δεν θα γίνουν εξαιρέσεις.
Παραδείγματα
The cake was decorated flatly, without any raised patterns.
Το κέικ διακοσμήθηκε επίπεδα, χωρίς κανένα ανάγλυφο σχέδιο.
3.1
ομοιόμορφα, χωρίς αντίθεση
in a manner lacking strong contrasts, especially regarding light or color
Παραδείγματα
The image appeared flatly, missing highlights and shadows.
Η εικόνα εμφανίστηκε επίπεδη, χωρίς φωτεινά σημεία και σκιές.
Λεξικό Δέντρο
flatly
flat



























