flaming
flaming
'fleɪmɪng
fleiming
foamingframingflaring

Ορισμός και σημασία του "flaming"στα αγγλικά

01

φλογερός, καυτός

extremely strong, vivid, or passionate in degree or appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flaming
συγκριτικός βαθμός
more flaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His flaming ambition drove him to the top of the company. 

Η φλογερή φιλοδοξία του τον οδήγησε στην κορυφή της εταιρείας.

02

καταραμένος, παλιο

used to emphasize anger, annoyance, or intensity 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Turn that flaming music down! 

Χαμήλωσε αυτή την καταραμένη μουσική!

03

φλογερό, καυτό

resembling the intense color of fire 
Παραδείγματα
The sunset painted the sky in flaming hues of orange and red. 

Το ηλιοβασίλεμα έβαψε τον ουρανό σε φλογερές αποχρώσεις πορτοκαλί και κόκκινου.

04

φλεγόμενος, φλογερός

extreme heat, often associated with flames or burning 
Παραδείγματα
The firefighters battled the flaming inferno, working tirelessly to contain the blaze and protect nearby homes. 

Οι πυροσβέστες πολέμησαν την φλεγόμενη κόλαση, δουλεύοντας ακούραστα για να περιορίσουν τη φωτιά και να προστατεύσουν τα κοντινά σπίτια.

01

καύση, πυρκαγιά

the process of burning that produces heat, light, and often smoke 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flamings
Παραδείγματα
The flaming of the logs filled the room with warmth. 

Η φλόγα των κορμών γέμισε το δωμάτιο με ζεστασιά.

Λεξικό Δέντρο

flaming
flame
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store