Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fittingly
01
κατάλληλα, ταιριαστά
in a manner that is appropriate or suitable for the given situation
Παραδείγματα
The crown was fittingly passed to the most deserving heir.
Το στέμμα μεταβιβάστηκε κατάλληλα στον πιο άξιο κληρονόμο.
Λεξικό Δέντρο
fittingly
fitting
fit



























