Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fitness
01
φυσική κατάσταση, καλή φυσική κατάσταση
the state of being in good physical condition, typically as a result of regular exercise and proper nutrition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His dedication to fitness is evident in his daily workout routine.
Η αφοσίωσή του στον γυμναστικό είναι εμφανής στην καθημερινή του ρουτίνα προπόνησης.
02
καταλληλότητα, ικανότητα
the quality of being suitable or appropriate for a particular purpose or situation
Παραδείγματα
The fitness of the candidate for the job was thoroughly evaluated during the interview process.
Η καταλληλότητα του υποψηφίου για τη θέση αξιολογήθηκε διεξοδικά κατά τη διαδικασία της συνέντευξης.
Λεξικό Δέντρο
unfitness
fitness
fit



























