fishy
fi
ˈfɪ
φι
shy
ʃi
σι
dishyswishyclichysquishy

Ορισμός και σημασία του "fishy"στα αγγλικά

01

ψαρίσιος, που μοιάζει με ψάρι

of or relating to or resembling fish 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
fishiest
συγκριτικός βαθμός
fishier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fish, animals, characteristics
02

ύποπτος, αμφίβολος

suggestive of dishonesty or something dubious 
Παραδείγματα
His fishy behavior raised suspicions among his friends. 

Η ύποπτη συμπεριφορά του προκάλεσε υποψίες μεταξύ των φίλων του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fishily
fishy
fish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store