Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fishmonger's
01
ψαράδικο, ψαράς
a store that sells fresh fish and seafood
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fishmonger's
Παραδείγματα
She bought fresh salmon from the fishmonger's.
Αγόρασε φρέσκο σολομό από τον ψαρά.



























