anaphylaxis
a
ˌæ
ā
na
phy
fi
lax
ˈlæk
lāk
is
sɪs
sis
parapraxisdiplotaxisathrotaxisepistaxis

Ορισμός και σημασία του "anaphylaxis"στα αγγλικά

01

αναφυλαξία, αναφυλακτική αντίδραση

severe and life-threatening allergic reaction with rapid and serious symptoms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Mark's bee sting caused anaphylaxis with swelling and breathing difficulty. 

Το τσίμπημα της μέλισσας του Μαρκ προκάλεσε αναφυλαξία με πρήξιμο και δυσκολία στην αναπνοή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store