anaphora
a
ə
ē
na
ˈnæ
pho
ra

Ορισμός και σημασία του "anaphora"στα αγγλικά

01

αναφορά, επανάληψη

(grammar) a word or phrase that refers to a preceding word or phrase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anaphoras
Παραδείγματα
Anaphora refers to the rhetorical device of repeating a word or phrase at the beginning of successive clauses or sentences. 

Αναφορά αναφέρεται στη ρητορική τεχνική της επανάληψης μιας λέξης ή φράσης στην αρχή διαδοχικών προτάσεων ή φράσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store