anaplasty
a
ˈæ
αι
nap
nəp
ναπ
las
læs
λαισ
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "anaplasty"στα αγγλικά

01

αναπλαστική, ανακατασκευαστική χειρουργική

a type of surgical procedure focused on reconstructing or restoring damaged or deformed tissue, often for cosmetic or functional improvement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anaplasties
Παραδείγματα
The patient underwent anaplasty to repair facial injuries sustained in an accident. 

Ο ασθενής υπέστη αναπλαστική για την επισκευή τραυματισμών του προσώπου που προκλήθηκαν σε ένα ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store