anaphora
a
ə
α
na
ˈnæ
ναι
pho
φερ
ra
ρα
/ˈanɐfˌɔːɹə/

Ορισμός και σημασία του "anaphora"στα αγγλικά

01

αναφορά, επανάληψη

(grammar) a word or phrase that refers to a preceding word or phrase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anaphoras
Παραδείγματα
Anaphora is often employed in literature and oratory to evoke emotion, emphasize ideas, and make speeches more memorable.
Η ανάφορα χρησιμοποιείται συχνά στη λογοτεχνία και την ρητορεία για να προκαλέσει συναισθήματα, να τονίσει ιδέες και να κάνει τις ομιλίες πιο αξέχαστες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store