Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Filipino
01
φιλιππινέζικα
the official language in the island of Philippines, which is Austronesian
02
Φιλιππινέζος
a native or inhabitant of the Philippines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Filipinos
filipino
01
φιλιππινέζικος
of or relating to or characteristic of the Philippines or its people or customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























