Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Filigree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
filigrees
Παραδείγματα
Her earrings featured intricate filigree patterns.
Τα σκουλαρίκια της είχαν περίπλοκα σχέδια φιλιγκράν.
to filigree
01
φιλιγκρανιάζω, κατασκευάζω λεπτοδουλειές
to form delicate ornamental work, typically in fine metal threads, creating intricate patterns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
filigree
γ΄ ενικό πρόσωπο
filigrees
ενεστώτα μετοχή
filigreeing
απλός αόριστος
filigreed
παθητική μετοχή
filigreed
Παραδείγματα
The jeweler filigreed the gold pendant with tiny, twisting wires.
Ο κοσμηματοπώλης φιλιγκράνιασε το χρυσό μενταγιόν με μικρά, στριμμένα σύρματα.



























