filigree
Pronunciation
/ˈfɪɫəˌɡɹi/

Ορισμός και σημασία του "filigree"στα αγγλικά

01

φιλιγκράν, λεπτή μεταλλική δουλειά

a delicate metalwork, like jewelry, with intricate designs made from thin wires or threads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
filigrees
Παραδείγματα
The scarf had filigree patterns woven into the fabric.
Το κασκόλ είχε φιλιγκράν σχέδια υφανμένα στο ύφασμα.
to filigree
01

φιλιγκρανιάζω, κατασκευάζω λεπτοδουλειές

to form delicate ornamental work, typically in fine metal threads, creating intricate patterns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
filigree
γ΄ ενικό πρόσωπο
filigrees
ενεστώτα μετοχή
filigreeing
απλός αόριστος
filigreed
παθητική μετοχή
filigreed
Παραδείγματα
The artist filigreed the frame to enhance its beauty.
Ο καλλιτέχνης φιλιγκράνιασε το πλαίσιο για να ενισχύσει την ομορφιά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store