filial
fi
ˈfɪ
φι
lial
liəl
λιαλ
finial

Ορισμός και σημασία του "filial"στα αγγλικά

01

υιικός, σχετικός με τα καθήκοντα ενός γιου ή κόρης

pertaining to or characteristic of a son or daughter's duties, relationship, or respect towards their parents 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
family, relationships, duty
Παραδείγματα
The filial bond between the mother and her daughter was evident in their close relationship and mutual affection. 

Ο υιικός δεσμός μεταξύ της μητέρας και της κόρης της ήταν εμφανής στη στενή σχέση και την αμοιβαία στοργή τους.

02

τεκνοκεντρικός

designating the generation or the sequence of generations following the parental generation 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store