Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Figurine
01
φιγούρα, αγαλματίδιο
a small decorative statue or sculpture typically made from materials such as porcelain, ceramic, wood, or resin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
figurines
LanGeek



























