Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anaerobic exercise
01
αναερόβια άσκηση, αναερόβια προπόνηση
exercise that builds muscles through tension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anaerobic exercises
LanGeek



























