Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anachronistic
01
αναχρονιστικός, εκτός εποχής
belonging to a time period different from the one it is in, often seen as out of place in the current era
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anachronistic
συγκριτικός βαθμός
more anachronistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's use of smartphones in the 18th century setting was anachronistic.
Η χρήση των smartphones στην ταινία που διαδραματίζεται στον 18ο αιώνα ήταν αναχρονιστική.



























