analgesia
a
ˌæ
αι
nal
nəl
ναλ
ge
ˈʤi:
τζι
sia
ziə
ζια

Ορισμός και σημασία του "analgesia"στα αγγλικά

01

αλγησία, απώλεια αίσθησης πόνου

the loss of the ability to feel pain while remaining fully awake and conscious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The dentist used a local anesthetic to produce analgesia during the procedure. 

Ο οδοντίατρος χρησιμοποίησε ένα τοπικό αναισθητικό για να παράγει αλγησία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store