analogical
a
ˌæ
ā
na
lo
ˈlɒ
lo
gi
ʤɪ
ji
cal
kəl
kēl
analyticalanagogical

Ορισμός και σημασία του "analogical"στα αγγλικά

analogical
01

αναλογικός, βασισμένος σε αναλογία

expressing, composed of, or based on an analogy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most analogical
συγκριτικός βαθμός
more analogical
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store