Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fever
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fevers
Παραδείγματα
She developed a fever after being exposed to the virus.
Ανέπτυξε πυρετό μετά την έκθεση στον ιό.
02
πυρετός, έξαψη
intense nervous anticipation
to fever
01
υποδαυλίζω, επιδεινώνω
to intensify or heighten a state, such as emotions or excitement, in somebody
Transitive: to fever a person or their senses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fever
γ΄ ενικό πρόσωπο
fevers
ενεστώτα μετοχή
fevering
απλός αόριστος
fevered
παθητική μετοχή
fevered
Παραδείγματα
The suspenseful plot of the novel fevered readers' anticipation for the climax.
Η συναρπαστική πλοκή του μυθιστορήματος έβαλε φωτιά στην προσμονή των αναγνωστών για την κορύφωση.
Λεξικό Δέντρο
feverish
feverous
fever



























