Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fever
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fevers
Παραδείγματα
A fever is one of the common symptoms of the flu.
Πυρετός είναι ένα από τα κοινά συμπτώματα της γρίπης.
02
πυρετός, έξαψη
intense nervous anticipation
to fever
01
υποδαυλίζω, επιδεινώνω
to intensify or heighten a state, such as emotions or excitement, in somebody
Transitive: to fever a person or their senses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fever
γ΄ ενικό πρόσωπο
fevers
ενεστώτα μετοχή
fevering
απλός αόριστος
fevered
παθητική μετοχή
fevered
Παραδείγματα
The intense emotions and stress of the situation fevered his mind, causing sleepless nights.
Τα έντονα συναισθήματα και το άγχος της κατάστασης πυροδότησαν το μυαλό του, προκαλώντας άυπνες νύχτες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
feverish
feverous
fever



























