fever
fe
ˈfi:
fi
ver
fiverfewer

Ορισμός και σημασία του "fever"στα αγγλικά

01

πυρετός, θερμοκρασία

a condition when the body temperature rises, usually when we are sick 
fever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fevers
Παραδείγματα
A fever is one of the common symptoms of the flu. 

Πυρετός είναι ένα από τα κοινά συμπτώματα της γρίπης.

02

πυρετός, έξαψη

intense nervous anticipation 
to fever
01

υποδαυλίζω, επιδεινώνω

to intensify or heighten a state, such as emotions or excitement, in somebody 
Transitive: to fever a person or their senses
to fever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fever
γ΄ ενικό πρόσωπο
fevers
ενεστώτα μετοχή
fevering
απλός αόριστος
fevered
παθητική μετοχή
fevered
Παραδείγματα
The intense emotions and stress of the situation fevered his mind, causing sleepless nights. 

Τα έντονα συναισθήματα και το άγχος της κατάστασης πυροδότησαν το μυαλό του, προκαλώντας άυπνες νύχτες.

Λεξικό Δέντρο

feverish
feverous
fever
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store