Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amuse
01
διασκεδάζω, ψυχαγωγώ
to make one's time enjoyable by doing something that is interesting and does not make one bored
Transitive: to amuse sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
amuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
amuses
ενεστώτα μετοχή
amusing
απλός αόριστος
amused
παθητική μετοχή
amused
Παραδείγματα
She amused herself by reading a funny book on her commute.
Διασκέδαζε τον εαυτό της διαβάζοντας ένα αστείο βιβλίο κατά τη μετακίνησή της.
02
ψυχαγωγώ, γελώ
to make someone laugh by being funny
Transitive: to amuse sb
Παραδείγματα
The comedian’s jokes amused the audience, filling the room with laughter.
Τα αστεία του κωμικού διασκέδασαν το κοινό, γεμίζοντας το δωμάτιο με γέλια.
Λεξικό Δέντρο
amused
amusement
amusing
amuse



























