Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amputate
01
ακρωτηριάζω
to surgically remove a body part, such as a limb or organ, often due to injury, disease, or medical necessity
Transitive: to amputate a body part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
amputate
γ΄ ενικό πρόσωπο
amputates
ενεστώτα μετοχή
amputating
απλός αόριστος
amputated
παθητική μετοχή
amputated
Παραδείγματα
Surgeons may choose to amputate a tumor-affected breast as part of breast cancer treatment.
Οι χειρουργοί μπορεί να επιλέξουν να ακρωτηριάσουν ένα στήθος που επηρεάζεται από όγκο ως μέρος της θεραπείας του καρκίνου του μαστού.
Λεξικό Δέντρο
amputated
amputation
amputator
amputate
amput



























