Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fearsome
01
τρομακτικός, φοβερός
intimidating or frightening in appearance or nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fearsome
συγκριτικός βαθμός
more fearsome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, perception, character
Παραδείγματα
The fearsome roar of the lion sent shivers down their spines.
Ο τρομακτικός βρυχηθμός του λιονταριού τους έκανε να τρεμοπαλήσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fearsomely
fearsome



























