Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fearsome
01
τρομακτικός, φοβερός
intimidating or frightening in appearance or nature
Παραδείγματα
The haunted house had a fearsome reputation, with tales of ghostly apparitions and unexplained phenomena.
Το στοιχειωμένο σπίτι είχε μια τρομακτική φήμη, με ιστορίες για φαντασμαγορικές εμφανίσεις και ανεξήγητα φαινόμενα.
Λεξικό Δέντρο
fearsomely
fearsome



























