fearsome
fear
ˈfɪə
fie
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "fearsome"στα αγγλικά

01

τρομακτικός, φοβερός

intimidating or frightening in appearance or nature 
fearsome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fearsome
συγκριτικός βαθμός
more fearsome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fearsome roar of the lion sent shivers down their spines. 

Ο τρομακτικός βρυχηθμός του λιονταριού τους έκανε να τρεμοπαλήσουν.

Λεξικό Δέντρο

fearsomely
fearsome
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store