faulting
Pronunciation
/ˈfɔɫtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "faulting"στα αγγλικά

01

ρηξίγεννηση, θραύση

the movement or displacement along a fracture in the Earth's crust, resulting from tectonic forces, which can lead to earthquakes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
faultings
Παραδείγματα
Faulting is a common occurrence in regions with high tectonic activity.
Ρήγμα είναι ένα κοινό φαινόμενο σε περιοχές με υψηλή τεκτονική δραστηριότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store