faulting
faul
ˈfɔ:l
fawl
ting
tɪng
ting
fagoting

Ορισμός και σημασία του "faulting"στα αγγλικά

01

ρηξίγεννηση, θραύση

the movement or displacement along a fracture in the Earth's crust, resulting from tectonic forces, which can lead to earthquakes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
faultings
Παραδείγματα
Faulting along the San Andreas Fault caused the earthquake. 

Η όλισθηση κατά μήκος του ρήγματος Σαν Αντρέας προκάλεσε τον σεισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

faulting
fault
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store