fatty acid
fa
ˈfæ
tty
ti
ti
a
æ
ā
cid
sɪd
sid

Ορισμός και σημασία του "fatty acid"στα αγγλικά

01

λιπαρό οξύ, λιπιδικό οξύ

a type of acid that is found in nuts, fish, some fruits, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatty acids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store