fattening
Pronunciation
/ˈfætənɪŋ/, /ˈfætnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fattening"στα αγγλικά

01

παχυντικός, που προκαλεί αύξηση βάρους

(of food) likely to cause one to gain weight
fattening definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fattening
συγκριτικός βαθμός
more fattening
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

fattening
fatten
fat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store